Συμβουλές Υγείας

Επιστροφή στα άρθραΣυμβουλές ΥγείαςΞΕΦΥΛΛΙΣΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΜΑΣ PHARMA PLUS LINK

Αντισηπτικά: ένας πολύτιμος σύμμαχος

Τα αντισηπτικά προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά από τον Τζόζεφ Λίστερ, χειρουργό στο Βασιλικό Νοσοκομείο της Γλασκόβης, ο οποίος το 1867 άρχισε να καθαρίζει τα χειρουργικά του εργαλεία με καρβολικό οξύ (γνωστό πλέον ως φαινόλη) και να διαποτίζει με αυτό τους επιδέσμους, πριν τους τοποθετήσει πάνω σε πληγές. Εκείνη την εποχή, ακόμη και μια μικρή μολυσμένη πληγή μπορούσε να προκαλέσει αναπηρία ή να οδηγήσει μέχρι και στον θάνατο. Με αφετηρία την ιδέα του ιατρού Λίστερ, αναπτύχθηκε μια τάση που οδήγησε στην αποστειρωμένη χειρουργική επέμβαση και φροντίδα τραυμάτων, η οποία έχει σώσει εκατομμύρια ζωές.

Τι είναι

Τα αντισηπτικά και τα απολυμαντικά παρασκευάσματα είναι μη εκλεκτικοί, αντιμολυσματικοί παράγοντες που εφαρμόζονται τοπικά. Η δραστηριότητά τους κυμαίνεται από την απλή μείωση του αριθμού των μικροοργανισμών (απολύμανση) έως την πλήρη καταστροφή τους (αποστείρωση) στην επιφάνεια που εφαρμόζονται. Τα χημικά απολυμαντικά-αντισηπτικά (ή «μη αντιβιοτικοί, αντιμικροβιακοί παράγοντες» ή βιοκτόνα) περιλαμβάνουν μία μεγάλη ποικιλία ουσιών, που χρησιμοποιούνται για την καταστροφή των μικροοργανισμών, τη μείωση του αριθμού τους ή την αναστολή της ανάπτυξής τους. Τα χημικά αντισηπτικά θεωρείται σήμερα ότι συμβάλλουν εξίσου με τα «αντιβιοτικά-χημειοθεραπευτικά» στον έλεγχο των λοιμώξεων.

Μερικές φορές, η ίδια χημική ένωση μπορεί να δράσει ως αντισηπτικό και απολυμαντικό, ανάλογα με τη συγκέντρωση του φαρμάκου, τις συνθήκες έκθεσης, τον αριθμό των μικροοργανισμών κτλ. Για να επιτευχθεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί η κατάλληλη συγκέντρωση του φαρμάκου για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η λογική που δέχεται ότι «αν το λίγο είναι καλό, το διπλάσιο είναι καλύτερο» δεν είναι μόνον αντιοικονομική, αλλά συχνά έχει και τοξικολογικές επιπτώσεις.

Προϋποθέσεις

Σε ιδανικές περιπτώσεις, τα αντισηπτικά προϊόντα θα πρέπει να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα και να έχουν ισχυρή μικροβιοκτόνο δράση, με ταχεία έναρξη και μακροχρόνια επίδραση, και να μην είναι επιρρεπή στην ανάπτυξη αντοχής σε μικροοργανισμούς. Θα πρέπει να αντέχουν σε μία σειρά περιβαλλοντικών παραγόντων (π.χ. pH/οξύτητα, θερμοκρασία, υγρασία) και να διατηρούν τη δραστικότητά τους, ακόμη και παρουσία πύου, νεκρωμένου ιστού ή άλλου οργανικού υλικού. Η υψηλή διαλυτότητα στα λιπίδια (λιποδιαλυτότητα) και η καλή ικανότητα διασποράς αυξάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Τα αντισηπτικά παρασκευάσματα δεν πρέπει να είναι τοξικά για τους ιστούς (π.χ. επιδερμίδα), ούτε να επηρεάζουν την επούλωση πληγών. Τα απολυμαντικά πρέπει να είναι μη καταστρεπτικά στις επιφάνειες που εφαρμόζονται και εύκολα βιοαποικοδομήσιμα, να μη συσσωρεύονται στο περιβάλλον και να μην αλληλεπιδρούν με άλλες χημικές ουσίες, οδηγώντας στην παραγωγή τοξικών υπολειμμάτων. Οι δυσάρεστες οσμές, χρώμα και ιδιότητες χρώσης θα πρέπει να απουσιάζουν ή να είναι ελάχιστες. 

Δράση

Οι περισσότερες από αυτές τις χημικές ενώσεις ασκούν την αντιμικροβιακή τους δράση με τροποποίηση ή/και καταστροφή των δομικών συστατικών των μικροβίων (ένζυμα και δομικές πρωτεΐνες, λιπίδια, γενετικό υλικό κ.ά.). Αν και οι περισσότερες κατηγορίες αντισηπτικών και απολυμαντικών προϊόντων χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες, η εμφάνιση μικροβιακής αντοχής σε ορισμένους παράγοντες, ειδικά στο νοσοκομειακό περιβάλλον, οδήγησε σε συνεχή έρευνα για την ανάπτυξη νέων ενώσεων.

Διάφορα αντισηπτικά είναι ευρέως διαθέσιμα και παρέχουν ένα αποτελεσματικό εργαλείο κατά των παθογόνων μικροβίων. Τα περισσότερα από αυτά έχουν χαμηλή τοξικότητα, εφαρμόζονται εύκολα και αναπτύσσουν εξαιρετική βιοκτόνο δράση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Με αυτή την έννοια, τα αντισηπτικά παρασκευάσματα αποτελούν έναν πολύτιμο σύμμαχο στον καθημερινό μας αγώνα, για να διατηρήσουμε υψηλά τα επίπεδα της υγιεινής και να προστατεύσουμε την ατομική και δημόσια υγεία. Μπορούν να υποδιαιρεθούν σε περίπου οκτώ κατηγορίες υλικών, με βάση τη χημική δομή τους και τον μηχανισμό δράσης τους:

  • Η φαινόλη (καρβολικό οξύ) είναι ένας από τους παλαιότερους αντισηπτικούς παράγοντες. Είναι βακτηριοστατικό σε συγκεντρώσεις 0,1-1% και βακτηριοκτόνο/μυκητοκτόνο σε συγκεντρώσεις 1-2%. Ένα διάλυμα 5% σκοτώνει τα σπόρια του άνθρακα σε 48 ώρες. Η βακτηριοκτόνος δράση ενισχύεται από το σύμπλοκο EDTA και τις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ μειώνεται σε αλκαλικά περιβάλλοντα, σε παρουσία σαπουνιών και σε χαμηλές θερμοκρασίες. Συγκεντρώσεις > 0,5% επιφέρουν τοπικό αναισθητικό αποτέλεσμα, ενώ ένα διάλυμα 5% είναι έντονα ερεθιστικό και διαβρωτικό για τους ιστούς. Η από του στόματος κατάποση ή η εκτεταμένη εφαρμογή στην επιδερμίδα μπορεί να προκαλέσουν συστημική τοξικότητα, που εκδηλώνεται κυρίως από το κεντρικό νευρικό και το καρδιαγγειακό σύστημα, και η οποία μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.
     
  • Τα διγουανίδια έχουν ισχυρή αντισηπτική δράση. Η γλυκονική χλωρεξιδίνη είναι βακτηριοκτόνο αντισηπτικό, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης, μετά από χειρουργική επέμβαση, καθώς και σε στοματικά διαλύματα για τη θεραπεία της ουλίτιδας. Το πολυεξανίδιο (πολυεξαμεθυλένο διγουανίδιο) είναι αντιμικροβιακή ένωση κατάλληλη για κλινική χρήση σε κρίσιμα αποικισμένα ή μολυσμένα οξέα και χρόνια τραύματα, καθώς αποτρέπει και εμποδίζει την ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηριακών στελεχών.
     
  • Οι αλκοόλες, όπως η αιθανόλη και η 2-προπανόλη/ισοπροπανόλη, αναφέρονται και ως χειρουργικό αλκοόλ. Μεταξύ άλλων, χρησιμοποιούνται για την απολύμανση της επιδερμίδας πριν από τις ενέσεις.
     
  • Τα υπεροξείδια, όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου και το υπεροξείδιο του βενζοϋλίου, είναι επίσης αποτελεσματικά. Διαλύματα με 3% υπεροξειδίου του υδρογόνου έχουν χρησιμοποιηθεί στις οικιακές πρώτες βοήθειες για γρατζουνιές κτλ. Ωστόσο, η ισχυρή οξείδωση προκαλεί σχηματισμό ουλής και αυξάνει τον χρόνο επούλωσης του τραύματος.
     
  • Το ιώδιο, ειδικά με τη μορφή ιωδιούχου ποβιδόνης, χρησιμοποιείται ευρέως, επειδή είναι καλά ανεκτό, δεν επηρεάζει αρνητικά την επούλωση των πληγών, αφήνει μια εναπόθεση ενεργού ιωδίου, δημιουργώντας το λεγόμενο «επίμονο» αποτέλεσμα, και έχει ένα ευρύ πεδίο αντιμικροβιακής δράσης. Το παραδοσιακό αντισηπτικό ιώδιο είναι διάλυμα αλκοόλης (ονομάζεται βάμμα ιωδίου) ή διάλυμα ιωδίου Lugol. Σήμερα, η ιωδιούχος ποβιδόνη βρίσκεται σε διάφορες μορφές, όπως: αλοιφή και κρέμα εξωτερικής χρήσης, δερματικό διάλυμα, σαμπουάν, διάλυμα για γαργάρες και εκπλύσεις στόματος κ.ά. Η ιωδιούχος ποβιδόνη είναι δραστική ενάντια σε ένα ευρύ φάσμα παθογόνων μικροβίων, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων (ακόμη και των σπορίων, τα οποία θεωρούνται η πιο δύσκολη μορφή μικροοργανισμών), των ιών και των μυκήτων, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από άτομα με θυρεοειδοπάθειες.
     
  • Η διυδροχλωρική οκτενιδίνη αποτελεί ένα σημαντικό αντισηπτικό, που χρησιμοποιείται συχνά ως υποκατάστατο της χλωρεξιδίνης.

Άλλα αντισηπτικά είναι το βενζαλκόνιο και το χλωριούχο κετυλοπυριδίνιο ή κετριμίδιο.

 

Από τον Εμμανουήλ Γ. ΠέτρουΙατρό, Medical Aff Director της Lavipharm Hellas AE