Συμβουλές Υγείας

Επιστροφή στα άρθραΣυμβουλές ΥγείαςΞΕΦΥΛΛΙΣΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΜΑΣ PHARMA PLUS LINK

Γερό ανοσοποιητικό σύστημα ενάντια στις λοιμώξεις του χειμώνα

Ο συγχρωτισμός σε κλειστούς χώρους, οι περιβαλλοντικές συνθήκες (χαμηλές θερμοκρασίες) και η μη τήρηση των βασικών μέτρων υγιεινής και προστασίας αποτελούν τους σημαντικότερους λόγους αύξησης της συχνότητας των ιώσεων την περίοδο του χειμώνα.

Το κοινό κρυολόγημα και η γρίπη προκαλούνται από διαφορετικούς ιούς και εμφανίζουν διαφορετική βαρύτητα συμπτωμάτων, πορεία και πιθανότητα επιπλοκών, και ενδεχομένως απαιτούν διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.

Το κοινό κρυολόγημα

Γνωστό και ως ρινοφαρυγγίτιδα ή οξεία ρινοφαρυγγίτιδα, ή απλώς κρυολόγημα, το κοινό κρυολόγημα είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική νόσος του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η οποία προσβάλλει κυρίως τη μύτη. Τα συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν βήχα, πονόλαιμο, ρινική καταρροή και πυρετό, υποχωρούν συνήθως μέσα σε 7-10 ημέρες, ενώ ορισμένα μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και 3 εβδομάδες. Ο αριθμός των ιών που είναι υπεύθυνοι για το κοινό κρυολόγημα υπερβαίνει τους διακόσιους, με πιο συχνό τον ρινοϊό.

Οι οξείες λοιμώξεις της μύτης, των ιγμορείων, του λαιμού ή του λάρυγγα (λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού) κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την περιοχή του σώματος που έχει προσβληθεί περισσότερο.

Το κοινό κρυολόγημα προσβάλλει κατά κύριο λόγο τη μύτη, η φαρυγγίτιδα το λαιμό και η ιγμορίτιδα τα ιγμόρεια.

Τα συμπτώματα είναι αποτέλεσμα της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος στη λοίμωξη, και όχι της καταστροφής των ιστών από τους ίδιους τους ιούς. Η πρωταρχική μέθοδος πρόληψης ενάντια στη λοίμωξη είναι το πλύσιμο των χεριών, ενώ κάποια στοιχεία υποστηρίζουν και την αποτελεσματικότητα της χρήσης ιατρικής μάσκας.

Στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, ετησίως οι ενήλικες εμφανίζουν 2 έως 5 κρυολογήματα, ενώ τα παιδιά 6 έως 12 κρυολογήματα, με τα ποσοστά συμπτωματικών λοιμώξεων να αυξάνονται στους ηλικιωμένους.

Η θεραπεία του κοινού κρυολογήματος περιορίζεται στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων του. Συνήθως προτείνονται απλά αναλγητικά/αντιπυρετικά, τα οποία θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους.

Εκτός από την επίδραση στην ποιότητα ζωής, τα κρυολογήματα έχουν τεράστια οικονομική επιβάρυνση για τις κοινωνίες, ιδιαίτερα λόγω της απουσίας από την εργασία. Έτσι, οι θεραπείες που μειώνουν τη συχνότητα εμφάνισης της ιογενούς λοίμωξης ή/και μειώνουν τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων ή/ και μειώνουν τη διάρκεια του κρυολογήματος έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τόσο για το άτομο όσο και για ολόκληρη την κοινωνία.

Η γρίπη

Η γρίπη, την οποία κάποιες φορές μπερδεύουμε με το κοινό κρυολόγημα, είναι μια πολύ πιο σοβαρή ασθένεια και προκαλείται από διαφορετικούς τύπους ιών, από αυτούς που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα. Τα συμπτώματά της είναι πυρετός, πόνος στο λαιμό, μυϊκοί πόνοι, έντονος πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και γενική αδιαθεσία. Σε σοβαρές περιπτώσεις, προκαλεί πνευμονία, η οποία μπορεί να αποβεί επικίνδυνη, ιδιαίτερα για τα μικρά παιδιά και τους ηλικιωμένους.

Η καλύτερη θεραπεία για τη γρίπη είναι η πρόληψη. Γι’ αυτό συνιστάται από τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΚΕΕΛΠΝΌ ο εμβολιασμός –κάθε χρόνο, την περίοδο Οκτωβρίου - Νοεμβρίου– με το αντιγριπικό εμβόλιο όσων ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου. Φυσικά, ισχύουν τα βασικά μέτρα ενίσχυσης της άμυνας του οργανισμού, όπως η ανάπαυση, η κατανάλωση άφθονων υγρών, η αποφυγή του καπνίσματος και του αλκοόλ κ.ά. Όταν θεωρείται αναγκαίο, πρέπει να απευθυνόμαστε είτε στον οικογενειακό είτε στον ειδικό ιατρό, προκειμένου να κάνει τη διάγνωση και να μας προτείνει την κατάλληλη αγωγή.

Πολλές φορές οι ασθενείς καταφεύγουν στη χρήση αντιβιοτικών χωρίς ιατρική συμβουλή, μια τακτική που δεν είναι δόκιμη, καθώς τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να θεραπεύσουν κάποιον ιό, ενώ περιπλέκουν την κατάσταση και δημιουργούν μικροβιακές αντοχές, τόσο σε ατομικό όσο και σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Η σημασία της πρόληψης: Γερό ανοσοποιητικό σύστημα

Στην προσπάθειά μας είτε να προλάβουμε είτε να αντιμετωπίσουμε μια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, το ανοσοποιητικό μας σύστημα είναι το σημαντικότερο όπλο που διαθέτουμε. Η διατήρησή του σε μια φυσιολογική, υγιή κατάσταση μειώνει τις επιπτώσεις των ιογενών λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος.

Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ένα περίπλοκο δίκτυο εξειδικευμένων ιστών, οργάνων, κυττάρων και χημικών, που προστατεύουν τον ξενιστή από μολυσματικούς παράγοντες και άλλες επιβλαβείς προσβολές. Αυτοί οι περίπλοκοι αμυντικοί μηχανισμοί μπορούν να περιγραφούν στο επίπεδο δύο βασικών μηχανισμών:

  • Ανατομικοί ή φυσιολογικοί φραγμοί (δέρμα, βλεννογόνοι, μεμβράνες, θερμοκρασία, pH, τοπικά ένζυμα κ.ά.)
  • Έμφυτη ανοσία, η οποία περιλαμβάνει εξειδικευμένα κύτταρα και ουσίες του ανοσοποιητικού συστήματος (π.χ. κύτταρα ΝΚ, κυτοκίνες – ιντερφερόνη-γ, μακροφάγα και κοκκιοκύτταρα)

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, πολύ συχνά, αντί να ενδυναμώνει, καταπονεί το ανοσοποιητικό μας σύστημα, και ενδεχομένως επιτείνει τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της συμπτωματολογίας μιας λοίμωξης. Στο χέρι μας είναι να το ενισχύσουμε, προσέχοντας γενικότερα την υγεία μας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα μέτρα προστασίας του, όταν αυτό καθίσταται αναγκαίο.

Τα όπλα μας: Βιταμίνες και ιχνοστοιχεία

Καθώς το κοινό κρυολόγημα και, γενικότερα, οι ιώσεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος θεωρούνται αυτοπεριοριζόμενα νοσήματα, έχει προταθεί μια ποικιλία μη φαρμακολογικών θεραπειών για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Μεταξύ αυτών των μη φαρμακολογικών προσεγγίσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του κοινού κρυολογήματος είναι η πρόσληψη συγκεκριμένων διατροφικών/θρεπτικών συστατικών, όπως ο ψευδάργυρος, το σελήνιο, ο σίδηρος, ο χαλκός, το β-καροτένιο, οι βιταμίνες A, D, C και E, το φυλλικό οξύ, καθώς και φυτικά ή βοτανικά προϊόντα με αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Η βασική θεώρηση πίσω από τον βιολογικό μηχανισμό δράσης αυτών των συστατικών είναι ότι επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τα δομικά στοιχεία του ανοσοποιητικού συστήματος, βελτιώνοντας την ανοσολογική απάντηση του οργανισμού σε επιβλαβείς προσβολές. Αυτή η ανοσολογική επάρκεια τελικά θα συμβάλει τόσο στην πρόληψη όσο και –κυρίως– στον περιορισμό των συμπτωμάτων και της διάρκειάς τους.

Τα παραπάνω μέταλλα και θρεπτικά συστατικά προσλαμβάνονται είτε από τις τροφές είτε από συμπληρώματα διατροφής. Είναι, πάντως, γενική αρχή ότι τα τελευταία δεν θα πρέπει να αντικαθιστούν μια ισορροπημένη διατροφή και έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής.

Από τα πολυάριθμα όμως διατροφικά συστατικά, ποια είναι αυτά που διαθέτουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα στους μηχανισμούς του ανοσοποιητικού συστήματος;

Για τις βιταμίνες C και D καθώς και για τον ψευδάργυρο, υπάρχει πρόβλεψη από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) σχετικά με την τεκμηρίωση ισχυρισμών υγείας στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Ειδικά για τη βιταμίνη C και τον ψευδάργυρο, υπάρχει ειδική επιστημονική τεκμηρίωση που σχετίζεται με τη διατήρηση των φυσιολογικών φυσικών φραγμών, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν τα πρώτα εμπόδια του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι των μολυσματικών και βλαπτικών παραγόντων.

Εξάλλου, η βιταμίνη C είναι γνωστή για την ευεργετική δράση της στη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, την προστασία του γενετικού υλικού (DNA), των πρωτεϊνών και των λιπιδίων από το οξειδωτικό στρες, για τη συμμετοχή της στον σχηματισμό του κολλαγόνου και την προστασία της φυσιολογικής λειτουργίας του νευρικού συστήματος. Μάλιστα, σύμφωνα με την EFSA, η θετική επίδραση της βιταμίνης C στο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να δειχθεί σε δοσολογία άνω των 200 mg ημερησίως.

Όσον αφορά τον ψευδάργυρο, η EFSA θεωρεί αυτό το στοιχείο σημαντικό για τη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τη διατήρηση της φυσιολογικής δομής του δέρματος και των εξαρτημάτων του, καθώς και για τη σύνθεση και τον μεταβολισμό των βιολογικών μακρομορίων (DNA, υδατανθράκων, πρωτεϊνών).

Τέλος, φαίνεται ότι η δράση των φυτικών ή βοτανικών συστατικών, τόσο στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος όσο και στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων, οφείλεται στην ιδιότητά τους να τροποποιούν την παραγωγή των προσταγλανδινών και των κυτοκινών, αλλά και τη γονιδιακή έκφραση ενζύμων (π.χ. COX-2) που παίζουν σημαντικό ρόλο στον καταρράκτη της φλεγμονής, και συνεπώς στην ικανότητα του οργανισμού να απαντήσει ανοσολογικά με επάρκεια έναντι των ιών, των βακτηρίων ή, ακόμη, και των αλλεργιογόνων.